Θεατές σε πλήρη … πανικό , καθώς με επτά -θα λέγαμε- δυνατές πρεμιέρες , δυο ντοκιμαντέρ … και ενα παιδικό (το σύνολο 10! ταινίες) ρίχνει αυλαία ο κινηματογραφικός Οκτώβριος.

Με το First Man -ενα απο τα βαριά οσκαρικά χαρτιά- να μην πιάνει ούτε τα 20.000 εισ. (19.439) καταλαβαίνεις οτι ακόμα και ο μέσος θεατής δεν συγκινείται πια , για να μην πω ξενερώσει. Τα σημάδια αυτά όμως τα οποία έχουν ξεκινήσει πολύ πιο νωρίς , δεν τα βλέπουν (η κάνουν πως δεν) οι εταιρίες διανομής κινηματογραφικών ταινιών , οι οποίες συνεχίζουν να “πυροβολούν” κατα ριπάς τίτλους με τον μέσο όρο του κάθε μήνα να φτάνει τις 40 ταινίες.

Μεγάλη έκπληξη της εβδομάδας που μας πέρασε με 7.990 εισ. , το Bad Times at the El Royale , μια ταινία που μας άρεσε πάρα πολύ.

Ας ξεκινήσουμε όμως να ξετυλίξουμε το κινηματογραφικό κουβάρι τούτης της εβδομάδας … αρχής γενομένης της επιστροφής του Michael Myers στήν 40η του επέτειο με το ανέλπιστα καλό sequel της ταινίας Halloween δια χειρός David Gordon Green , ενω ο Panos Cosmatos μας οδηγεί σε ενα αιματηρό , ψυχεδελικό και κολασμένο οδοιπορικό , με ένα Nicolas Cage … απο τα παλιά , με την ταινία Mandy.

Ο βραβευμένος με Oscar σεναριογράφος και σκηνοθέτης της ταινίας Ida , Pawel Pawlikowski , σκηνοθετεί την παθιασμένη ερωτική ιστορία δύο εντελώς διαφορετικών ανθρώπων , με φόντο τον Ψυχρό Πόλεμο στην Πολωνία , το Βερολίνο , τη Γιουγκοσλαβία και το Παρίσι και ο σκηνοθέτης της Θεωρίας των Πάντων , James Marsh , μαζεύει τούς γερόλυκους του βρετανικού σινεμά για μια πρωτοφανή και αληθινή ληστεία (η μεγαλύτερη στήν Αγγλία) με τον τίτλο King of Thives.

blindspotting

Τα δυο φιλαράκια -και rapper- Daveed Diggs και Rafael Casal γράφουν και κάνουν ενα έντονο κοινωνικό σχόλιο , αναφορά στο Oakland , με την ταινία Blindspotting , ενω ο μπαρουτοκαπνισμένος Gerard Butler “ντύνεται” καπετάνιος ενός αμερικάνικου υποβρυχίου στήν προσπαθειά του να σώσει τον Ρώσο πρόεδρο , στήν ταινία Hunter Killer.

Επίσης κυκλοφορούν δυο ντοκιμαντέρ για δυο μεγάλες προσωπικότητες της χώρας μας:  η μυθιστορηματική αυτοβιογραφία του Μίκη Θεοδωράκη , στο docufiction του Αστέρη Κούτουλα με τίτλο Ταξιδεύοντας με τον Μίκη και Ο Τελευταίος Παρτιζάνος του Ανδρέα Χατζηπατέρα , το οποίο ανφέρεται στήν φλογερή προσωπικότητα του Μανώλη Γλέζου.

Για τούς μικρούς μας φίλους προβάλεται η ταινία κινουμένων σχεδίων , Ο Γκρινιάρης.

 

Ας δούμε όμως αναλυτικά τις νέες ταινίες της εβδομάδας:

 

Halloween

Υπόθεση: Σαράντα χρόνια μετά από τη νύχτα που ο Μάικλ Μάγιερς σκόρπισε τον τρόμο και ενώ βρίσκεται πλέον φυλακισμένος ισόβια σε μια ψυχιατρική κλινική, ένα γύρισμα της τύχης θα τον φέρει ξανά στο κατόπι της Λόρι Στρόουντ, της κοπέλας που γλίτωσε τέσσερις δεκαετίες πριν και από τότε ζει μόνο για να ξεπεράσει τον εφιάλτη της.

Για την ταινία: Η Νύχτα με τις Μάσκες του 1978 , η πρώτη ταινία Halloween που εμπνεύστηκε ο John Carpenter , στάθηκε η αφορμή οι κινηματογραφικές αίθουσες να γεμίσουν με slasher movies στις επόμενες δεκαετίες , ενω η αλληγορική διάστασή τους σε σχέση με το “αναίτιο κακό” γέννησε μια ολόκληρη μυθολογία τρόμου και μαζί με τούς άλλους “πατέρες” του είδους -τον Tobe Hooper με τον Leatherface , τον Sean S. Cunningham με τον επιβλητικό Jason Voorhees και φυσικά τον αείμνηστο Wes Craven με τον Freddy του- άλλαξαν τα δεδομένα των ταινιών τρόμου.

Και κάπως έτσι ερχόμαστε στο σήμερα – και με το gerne να πνέει τα λοίσθια –  όπου έρχεται ο 43χρονος σκηνοθέτης David Gordon Green , των αγαπημένων μου George Washington (2000) και All the Real Girls (2003) , να δώσει συνέχεια στόν μακάβριο εφιάλτη του Carpenter … σαράντα χρόνια μετά. Βέβαια σε αυτό το τολμηρό εγχείρημα δεν ήταν μόνος του. Έτσι μαζί με τούς σεναριογράφους του Danny McBride και Jeff Fradley «έπαιξαν» δημιουργικά με πολλές ιδέες ώστε να συνδέσουν το πρωτότυπο φιλμ με το σημερινό. Η δυναμική ανάμεσα στην πρωταγωνίστρια και τον ψυχοπαθή δολοφόνο έπρεπε να αντιστραφεί. Η ιστορία έπρεπε να ξαναγραφτεί με τρόπο ευρηματικό. Η τελική εκδοχή του σεναρίου παρουσιάστηκε στον άρχοντα του τρόμου, τον John Carpenter , ο οποίος έδωσε τη συγκατάθεσή του και έριξε τις δικές του ιδέες στο τραπέζι. Ο ενθουσιασμός -φυσικά- ήταν τόσο μεγάλος που ο Carpenter ανέλαβε και τη μουσική επένδυση της ταινίας και μαζί με τον γιο του αναβίωσαν το κλασικό, ανατριχιαστικό score που είχε υπογράψει στην πρώτη ταινία, το οποίο παραμένει ένα από τα πιο διαχρονικά μουσικά θέματα στην ιστορία του κινηματογράφου.

Βέβαια ο “μύθος” του original Halloween που κρατά ακόμα , ήταν κάτι που απο την αρχή “τρόμαξε” τον Green. Με τούς μπαρουτοκαπνισμένους θεατές να έχουν χάσει τον ενδιαφέρον τους με τα αμέτρητα sequel , αλλά και τα reboot του Rob Zombie , έπρεπε να σκεφτεί κάτι πολύ καλό … ώστε να μπορέσει να κάνει την διαφορά. Με μια κίνηση ματ ο Green -μαζί με την ομάδα παραγωγής- παίρνει την απόφαση να παρακάμψει οτι έχουμε δει τα τελευταία 40 χρόνια , να πιάσει την ιστορία απο εκεί που τελείωσε και να φτιάξει μια αυθύπαρκτη ταινία με μια δική της , πλήρη ιστορία που απλώς συνδέεται με το παρελθόν , έτσι ώστε οι δύο ταινίες , δίπλα-δίπλα, να αποτελούν το τέλειο συμπλήρωμα και να λένε την ίδια ιστορία για διαφορετικές γενιές με τον ίδιο απλό , σαφή , εμβληματικό τρόπο που έκανε ιστορική ταινία τρόμου το Halloween.

O Green φαίνεται οτι έχει μελετήσει αρκετά τον John Carpenter , τόσο , ώστε η ταινία να αποτελεί παράλληλα ενα φόρο τιμής και μια αναγέννηση του είδους. Κρατώντας τη στυλιζαρισμένη προσέγγιση του Carpenter που βασίστηκε στη λογική του σοκ , ο Green άφηνει την ιστορία του να εξελιχθεί πίσω από τον δολοφόνο με την ανέκφραστη μάσκα , με την σιλουέτα του Myers να είναι η “κινητήριος δύναμη” του φίλμ. Ο Green δεν μας αποκαλύπτει τίποτα για την προσωπικότητά του. Δεν μαθαίνουμε τίποτα γι’ αυτόν , κάτι που να μας κάνει να νιώσουμε συμπάθεια ή να καταλάβουμε το μυαλό που δημιούργησε το τέρας που σφαγιάζει δίχως κίνητρο … απλά αφήνει να εκφραστεί η πηγή του κακού.

Στήν άλλη όχθη έχουμε την Λόρι (στα 59 της η Curtis αποδεικνύεται λίρα εκατό), στα όρια της παράνοιας , αποξενωμένη απο την οικογένειά της και τούς πάντες , η οποία ζεί και αναπνέει για την επιστροφή της απολύτης νέμεσις και την τελική αναμέτρηση που μόνο αυτή πιστεύει πως έρχεται. Και εδω βάζει το χεράκι του ο Green , σκηνοθετώντας μια ταινία για το τραύμα που περνάει από γενιά σε γενιά , λέγοντας την ιστορία της της ηρωίδας του , μέσα από τα μάτια της κόρης και της εγγονής της.

Η ετυμηγορία: Μπορεί να μην έχει την γεωγραφική απλότητα και την κομψότητα της ταινίας του Caprenter , o Green όμως επιδεικνύει σεβασμό στο πρωτότυπο υλικό , φτιάχνει ατμόσφαιρα , δεν αναλώνεται σε άσκοπα jump scares και με την δική του -και λίγο vintage αισθητικής- κινηματογράφηση καταφέρνει , στήν κλασική σειρά ταινιών τρόμου , το 2018 να την φτάσει στο αποκορύφωμά της με την πιο εντυπωσιακή προσθήκη στη μυθολογία της.

4/5

 

 

Mandy

Λίγα λόγια για την ταινία: 1983. Ο Red και η Mandy, ένα περιθωριακό και αγαπημένο ζευγάρι, ζουν γαλήνια στο δάσος, μέχρι που το καταφύγιο τους δέχεται ανελέητη επίθεση από μία παρανοϊκή θρησκευτική σέκτα με επικεφαλής τον σαδιστή Jeremiah. Ο Red επιβιώνει και εξαπολύει ένα μανιασμένο ανθρωποκυνηγητό που κορυφώνεται σε αιματοκύλισμα.

Ο ελληνικής καταγωγής Panos Cosmatos (Beyond the Black Rainbow) καταθέτει, μόλις με τη δεύτερη ταινία του, ένα αισθητικά συγκλονιστικό έργο με μοναδικό όραμα και αριστοτεχνική εκτέλεση. Ο Nicolas Cage αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο σ΄ αυτό το αιματηρό, ψυχεδελικό, κολασμένο οδοιπορικό, ένα μακελειό αφιερωμένο στην τέχνη του φανταστικού και ντυμένο με τη μουσική του σπουδαίου Johann Johannsson. Η ταινία έχει αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές, έχει κλέψει τις καρδιές του κοινού και κατέχει ήδη τη θέση ενός cult αριστουργήματος με σκηνές που θα αφήσουν το σημάδι τους στο σινεμά.

Γράφει για την ταινία , ο Γιάννης Παναγούλιας …

Έχεις ποτέ σκεφτεί την αίσθηση που προκύπτει όταν φτάνεις σε μία κατάσταση να σε παίρνει ο ύπνος εξαντλημένο στον καναπέ, μετά από κατανάλωση αρκετών φιαλών αλκοόλ, ακούγοντας τσίτα ένα βινύλιο των Black Sabbath και τα φιλαράκια σου λίγο πιο δίπλα να οχλαγωγούν, τερματίζοντας μια ακόμα πίστα στο στο «Dungeons & Dragons»; Εάν όχι, κανένα πρόβλημα. Ο Panos Kosmatos («Beyond the Black Rainbow»), με το εκδικητικό μανιφέστο του, που ακούει στο όνομα «Mandy», θα προσομοιώσει αυτό το σύμπαν, δίνοντας σου τη δυνατότητα να νιώσεις το συναίσθημα.
Στιλιζαρισμενο χρονικά το 1983, το φουτουριστικό αυτό φιλμ, «μαζεύει» κομμάτια και αναφορές ταινιών της εποχής, προκαλεί με μαστουρωμένη εικόνα, βία και αίμα, δαίμονες και ερατικούς χωρίς σαφή προέλευση (αφήνοντας ετσι μεταφυσικές υπόνοιες), ενώ την ίδια στιγμή, στοχάζεται την αμπελοφιλοσοφία της ζωής μέσα από την εσωτερική αναζήτησή μακρόσυρτων μονόλογων. Πείραμα χωρίς σαφές αποτέλεσμα, αναμφίβολα διαφορετικό σε σύλληψη, το «Mandy», έχει την τύχη να κουβαλά το μειδίαμα του ταμπεραμέντου ενός Gage, που -όπως και στο παρελθόν- υπό σκηνική επήρεια ουσιών και καταχρήσεων, μεταμορφώνεται σε λυσσασμένο θηρίο, εξολοθρεύοντας με μοναδική εφευρετικότητα τους διώκτες του.
Καρέ που θυμίζουν πολύχρωμο εξώφυλλο βιντεοκασέτας VHS, πλάνα λες και γυρισμένα για να προβληθούν σε CRT οθόνη, ήχοι βγαλμένοι από συνθεσάϊζερ (δείγμα των ψυχολογικών θεμάτων του συγχωρεμένου Johann Johansson που τους συνέθεσε;), πριν το ξεγράψεις ως την υπερβολή πάνω στη μαστούρα των συντελεστών του που δε θέλεις να αναλωθείς, ίσως αξίζει την προσοχή σου. Εμάς πάντως μας εντυπωσίασε…
4/5

 

Blindspotting

Σύνοψη: Όουκλαντ, Καλιφόρνια. O Κόλιν (Νταβίντ Ντίγκς) προσπαθεί να περάσει τις τελευταίες τρεις ημέρες της αστυνομικής του επιτήρησης όσο πιο ομαλά γίνεται στην ύστατη προσπάθειά του να κάνει ένα νέο ξεκίνημα. Ωστόσο, ο παιδικός του φίλος Μάιλς (Ραφαέλ Κασάλ) είναι ένας πραγματικός μαγνήτης για μπελάδες. Οι δύο κολλητοί επιστρέφουν στην παλιά τους γειτονιά όπου η νοσταλγία μπλέκεται με καινούργια απρόσμενα σκηνικά και σπαρταριστά γεγονότα. Μία αναποδιά όμως αρκεί ώστε να βάλει τον Κόλιν σε νέες περιπέτειες και να κάνει τα πράγματα να σοβαρέψουν…

Λίγα λόγια για την ταινία: Το τυφλό σημείο, γνωστό και σαν σκότωμα, είναι ένα κενό στο οπτικό πεδίο. Αυτό είχαν στόν νου τους οι Casal και ο Diggs (φίλοι και rappers στήν ζωή) όταν ξεκίνησαν να γράφουν την ιστορία δύο φίλων που η σχέση τους εγκυμονούσε έναν μεγάλο κίνδυνο και θα μπορούσε να κοστίσει την ελευθερία του ενός. Το γεγονός ότι ο Κόλιν είναι μαύρος και ο Μάιλς λευκός τους επέτρεψε να εμβαθύνουν στη συχνά αόρατη πραγματικότητα των φυλετικών διαφορών , με την ένταση που υποβόσκει να γίνεται το έδαφος πάνω στο οποίο εξελίσσεται η ιστορία και που αποκαλύπτεται η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αστυνομία και στις κοινότητες των Αφρο-Αμερικανών, ανάμεσα στους πλούσιους και τους εργάτες, ανάμεσα στο πώς είναι τα πράγματα και πώς θα μπορούσαν να είναι. Μην ξεχνάμε οτι το Oakland είναι μια περιοχή που δέχεται ένα μεγάλο κύμα αλλαγής , καθώς σήμερα είναι ένα από τα πιο ποικιλόμορφα μέρη της Αμερικής, ένα μωσαϊκό λευκών, μαύρων, Ισπανών και Ασιατών.

Η ταινία Blindspotting μοιάζει να κινείται σε ένα τεντωμένο σχοινί με λεπτές ισορροπίες , με τον ήρωά του να προσπαθεί να αποφύγει τους μπελάδες για μόλις τρεις μέρες στο χαοτικό και σχεδόν ηλεκτρισμένο Oakland. Ένα δυναμικό μίγμα χιούμορ και αγωνίας κάνει τον παλμό της ταινίας να χτυπά έντονα στον ζωντανό ρυθμό της πόλης που ξεχειλίζει από οργή και φόβους . Πάνω από όλα όμως το Blindspotting έρχεται για να μας θυμίσει τι χάνουμε όταν κοιτάμε τον άλλον χωρίς να βλέπουμε όλη την εικόνα.

Σκηνοθετημένο με ένταση αλλά οχι στα όρια της δραματοποίησης και πλημμυρισμένο απο τις μουσικές και τις ρίμες των Mac Dre , E-40 , Dru Down , καθώς η πόλη αποτελούσε πάντα μια από τις πρωτεύουσες της rap μουσικής , η ταινία κινείται σαν ένα εκκρεμές ανάμεσα στον παρηγορητικό τόνο μιας κωμωδίας και των σκοτεινών θεμάτων συστηματικού ρατσισμού και αστυνομικής βιαιότητας.
Ρατσισμός , εκβιομηχάνιση , αστυνομική βία , κουλτούρα , κοινωνικά μέσα ενημέρωσης , δικαστικό σύστημα … το Blindspotting τα βγάζει όλα στην φόρα με στυλ και ευφυΐα.

3.5/5

 

 

The Miseducation of Cameron Post

Υπόθεση: Όταν τη βραδιά του σχολικού χορού, η Κάμερον Ποστ πιάνεται επ’ αυτοφόρω με μία συμμαθήτριά της στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου, οι κηδεμόνες της, την στέλνουν σε ένα κέντρο επαναπροσδιορισμού και θεραπείας για έφηβους που πάσχουν από ερωτική έλξη για άτομα του ίδιου φύλου. Στο κέντρο, η Κάμερον υπόκειται σε αυστηρή πειθαρχία και ειδικές μεθόδους «απo-ομοφυλοποίησης», αλλά και τραγούδια Χριστιανικής Ροκ. Αυτό το παράξενο μέρος της προσφέρει ταυτόχρονα, τη δυνατότητα να συμμετέχει σε μια γκέι κοινότητα και έτσι, για πρώτη φορά η Κάμερον έρχεται σε επαφή με ανθρώπους που της μοιάζουν και καταφέρνει να βρει τη δική της θέση ανάμεσα στα άλλα παιδιά..

Λίγα λόγια για την ταινία: Σε μια εποχή όπου η LGTB κοινότητα δεν “ακούγεται” , ενω το ξέσπασμα του Aids έχει απλώσει το μίσος απέναντι στούς ομοφυλόφιλους , η σκηνοθέτρια Ντέζιρε Άκαβαν βασίστηκε στην προσωπική της εμπειρία, αφού στα είκοσι της είχε μπει σε κέντρο απεξάρτησης για να αντιμετωπίσει μια διατροφική διαταραχή , και μας διηγείται την ιστορία της Cameron (μια υπέροχη Chloe Grace Moretz) σε μια ζεστή , μεστή ταινία και ενα coming-of-age , αλλά βαθιά σκέψης δράμα για την αναζήτηση της σεξουαλικής ταυτότητας σε έναν κόσμο γεμάτο περιορισμούς και φόβο … εκεί στίς αρχές της δεκαετίας του ’90.

2/5

 

 

Zimna Wojna / Cold War

Σύνοψη: Ένας άντρας και μια γυναίκα γνωρίζονται στα συντρίμμια της μεταπολεμικής Πολωνίας. Παγιδεύονται σε έναν μοιραίο έρωτα που τους καταδικάζει να βρίσκονται δεμένοι ο ένας με τον άλλον. Οι πολιτικές συνθήκες, τα ελαττώματα τους, αλλά και μια σειρά από ατυχείς συγκυρίες τους χωρίζουν και τους ενώνουν σε έναν έρωτα διαχρονικά αδύνατο.

Λίγα λόγια για την ταινία: H ταινία Ψυχρός Πόλεμος είναι αφιερωμένη στους γονείς του Pawel Pawlikowski, γι’αυτό και έδωσε τα ονόματά τους στους δύο κεντρικούς χαρακτήρες της ταινίας του στην οποία υπογράφει εκτός από τη σκηνοθεσία και το σενάριο. Οι αληθινοί Wiktor & Zula – οι γονείς του – πέθαναν το 1989 λίγο πριν γκρεμιστεί το Τείχος του Βερολίνου. Πέρασαν τα προηγούμενα 40 χρόνια της ζωής τους μαζί, πότε σμίγοντας, πότε χωρίζοντας, άλλοτε κυνηγώντας και άλλοτε τιμωρώντας ο ένας τον άλλο στο ανατολικό και το δυτικό μπλοκ στην Ευρώπη. Και είναι εδώ που ο συγγραφέας-σκηνοθέτης Pawel Pawlikowski θέτει τον Ψυχρό του Πόλεμο , την πρώτη του ταινία μετά το 2013 και την Όσκαρική του Ida , παίρνοντας έμπνευση από τη ζωή των γονιών του , συνθέτοντας μια παθιασμένη ερωτική ιστορία δύο εντελώς διαφορετικών ανθρώπων, με φόντο τον Ψυχρό Πόλεμο στην Πολωνία, το Βερολίνο, τη Γιουγκοσλαβία και το Παρίσι.

Αντίθετα με τη μητέρα του Pawlikowski, με το μεγαλοαστικό της παρελθόν που άφησε πίσω της για να κυνηγήσει στα 17 μια καριέρα στο μπαλέτο, η Zula της ταινίας έχει ταπεινή καταγωγή και η συμμετοχή σε ένα παραδοσιακό συγκρότημα είναι ο τρόπος της να ξεφύγει από την φτώχια. Μπορεί να τραγουδά και να χορεύει, το ταμπεραμέντο της είναι εκρηκτικό και γι’αυτήν ο Κομμουνισμός είναι μια συνθήκη αποδεκτή. Η ίδια δεν έχει καμία επιθυμία να ξεφύγει στη Δύση. Ο Wiktor από την άλλη έρχεται από έναν κόσμο εξευγενισμένο και μορφωμένο, είναι ένας χαρισματικός μουσικός που η αστική του ευγένεια έχει ανάγκη την αντίθεση με την εκρηκτική ενέργεια της Zula. Σπούδασε στο Παρίσι και μολονότι είναι εξαιρετικός πιανίστας με κλασική παιδεία το αληθινό του πάθος είναι η jazz. Για το παρελθόν του Wiktor ο Pawlikowski μοιράζει στοιχεία μέσα από την μουσική της ταινίας χωρίς επεξηγήσεις. Η διαφυγή στη Δύση γίνεται μονόδρομος στην μουσική του πορεία, καθώς η καλλιτεχνική του έκφραση καταπιέζεται και δεν βρίσκει διέξοδο στην αυταρχική Πολωνία.
Η πολιτική διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται οι δύο ήρωες. Η προδοσία διαφαίνεται σαν ο μοναδικός δρόμος για επιβίωση, ενώ η όποια συμμόρφωση ή αντίθεση στο σταλινικό καθεστώς τους καθορίζει ως χαρακτήρες και καταδεικνύει τη δύναμη ή την αδυναμία τους.

Κάπου εδω να κάνουμε και μια αναφορά σε ενα απο ωραιότερα κινηματογραφικά ζευγάρια που είδαμε τελευταία στήν μεγάλη οθόνη , με την φυσικότητα και την χημεία των Joanna Kulig και Tomasz Kot να είναι έκδυλη σε ολη την διάρκεια της ταινίας.

Προσβάσιμος , ανθρώπινος , συμπονετικός , ο Ψυχρός Πόλεμος είναι μια απο τις πιο πολύχρωμες ιστορίες αγάπης -απλωμένο σε τρεις δεκαετίες στη μεταπολεμική Ευρώπη- που θα δείτε … σε ενα εκπληκτικής φωτογραφίας ασπρόμαυρο τετράγωνο κάδρο. Ένας Ψυχρός Πόλεμος που μιλάει για μεγάλα θέματα της σχέσης μεταξύ πολιτισμού και κράτους, ατομική ελευθερία και συμβιβασμό και για το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η αγάπη και να ξεπεράσει τον κόσμο που ανήκει , τα οποία ο Pawlikowski διαχειρίζεται κομψά και χωρίς κόπο και σε μόλις 88 λεπτά.

3.5/5

 

 

King of Thieves

Υπόθεση: Ο Μπράιαν Ρίντερ υπήρξε διάσημος κλέφτης στα νιάτα του, τώρα στα 77 του συγκροτεί μια συμμορία από αλλοπρόσαλλους εγκληματίες με σκοπό να διαπράξουν μια πρωτοφανή ληστεία στο θησαυροφυλάκιο του HATTON GARDEN.Οι κλέφτες , όλοι μεταξύ 60 και 70ετών , εκτός από έναν, επιστρατεύουν τις παλιομοδίτικές μεθόδους τους και σχεδιάζουν την ληστεία για το Σαββατοκύριακο του Πάσχα. Παριστάνοντας τους εργάτες, μπαίνουν στο θησαυροφυλάκιο, εξουδετερώνουν τον συναγερμό και ξεκινούν να σκάβουν μία τρύπα στον τοίχο του. Δύο μέρες αργότερα κατορθώνουν να το σκάσουν με λεία που ξεπερνάει τα 14 εκατομμύρια λίρες Αγγλίας, σε κοσμήματα και μετρητά. Καθώς η αστυνομία φθάνει στον χώρο του εγκλήματος και η ανάκριση ξεκινάει, ρωγμές αρχίζουν να διαφαίνονται μεταξύ των μελών της ιδιόμορφης συμμορίας καθώς αδυνατούν να μοιράσουν δίκαια μεταξύ τους την λεία.

Λίγα λόγια για την ταινία: Διασκεδαστική το λιγότερο , η ταινία του βραβευμένου σκηνοθέτη James Marsh (The Theory of Everything) μαζεύει ολη την αφρόκρεμα του βρετανικού σινεμά και φτιάχνει ενα διαφορετικό heist movie , δίνοντας βάση στο χάσμα γεννεών και την απληστία. Η τηλεοπτική της όμως αίσθηση σκηνοθεσίας και η -σε μερικές στιγμές- αργή εξέλιξη στερεί απο την ταινία αυτό το κάτι , που θα σε κάνει μετά το πέρας της προβολής να το θυμάσαι. Αυτό που σίγουρα θα μείνει είναι τα πανέξυπνα και εμβόλιμα κλίπ απο παλιές ταινίες των μεγάλων αυτών ονομάτων της βρετανικής σκηνής και του σινεμά.

2/5 

 

 

Hunter Killer

Υπόθεση: Ο κυβερνήτης ενός αμερικάνικου υποβρυχίου αποστέλλεται σε βαθιά ρωσικά ύδατα για να σώσει τον εκλεγμένο Ρώσο πρόεδρο εν μέσω ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος.

Λίγα λόγια για την ταινία: Το Hunter Killer προσπαθεί να γεμίσει το κενό που έχουν αφήσει οι θαλάσσιες περιπέτειες, παρέχοντας ένα στρατιωτικό θρίλερ τύπου Tom Clancy , όπου ενώ τα βιβλία του Clancy παραμένουν εκτός μόδας και μεγάλης οθόνης στο Hollywood , η τηλεόραση φιλοξενεί με μεγάλη επιτυχία την τελευταία περιπέτεια του Jack Ryan. Μάλλον αυτό είχαν και στο μυαλό τους οι παραγωγοί της ταινίας , οι οποίοι εμπνεύστηκαν για την ταινία από το βιβλίο «Firing Point» του Τζορτζ Γουάλας , ενός έμπειρου πρώην κυβερνήτη μονάδας υποβρυχίων , με το βιβλίο να είναι γεμάτο στιγμές δράσης , αγωνίας και κινηματογραφικής αίσθησης. Μόνο όμως με αυτά τα συστατικά δεν φτιάχνεις το επόμενο Crimson Tide ή – να το πάω ακόμα πιο μακριά- ενα νεο Κυνήγι του Κόκκινου Οκτώβρη. Το βασικό συστατικό που λείπει είναι το σενάριο , το οποίο με την αφέλεια που το χαρακτηρίζει και την αληθοφάνειά του μοιάζει σαν ταινία της (αγαπημένης) δεκαετίας του ’90 -το οποίο δεν είναι απαραίτητα κακό- φτιαγμένη όμως για το 2018 ,  της “πράσινης οθόνης” και των κάτω του μετρίου οπτικών εφε.

Και μπορεί η ταινία να διαθέτει ξύλινες ερμηνείες απο καλά ονόματα (βλ. Gerard Butler) εως οσκαρικά (βλ. Gary Oldman) που σε κάνει να απορείς για το κριτήριο που διαλέγουν τούς ρόλους τους , έχει όμως και μερικά συν. Έχει αξιοπρεπέστατη σκηνοθεσία , λεφτά και δράση. Μετά όμως απο 121 λεπτά ολα αυτά μοιάζουν λίγα με αποτέλεσμα το Hunter Killer να μένει κολλημένο στήν λάσπη του βυθού.

1/5

 

 

Ο τελευταίος Παρτιζάνος ( Ντοκιμαντέρ)    

Το ντοκιμαντέρ του Ανδρέα Χατζηπατέρα Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΑΡΤΙΖΑΝΟΣ είναι μια μοναδικά ξεχωριστή ταινία. Ο σκηνοθέτης προσεγγίζει τον Μανώλη Γλέζο με έναν τρόπο γεμάτο φρεσκάδα και διαύγεια αποκαλύπτοντας την φλογερή προσωπικότητά του, ενώ άλλοτε με χιουμοριστικό και άλλοτε με βαθιά συγκινητικό τρόπο καταφέρνει να αναδείξει το πάθος του για την ίδια τη ζωή. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η αφήγηση της ιστορίας του Μανώλη Γλέζουμας δίνει το πορτρέτο της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας.

Ο μοναδικός αυτός τρόπος με τον οποίο ο Ανδρέας Χατζηπατέρας έρχεται σε επαφή με τον Μανώλη Γλέζο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο εντελώς διαφορετικό δικό του σημείο αφετηρίας. Γεννημένος και μεγαλωμένος στο Λονδίνο, γόνος Ελληνικής οικογένειας, ο Ανδρέας Χατζηπατέρας σπούδαζε το 2015 στην Νέα Υόρκη στην περίφημη σχολή κινηματογράφου του NYU (από την οποία έχουν αποφοιτήσει κορυφαίοι σκηνοθέτες όπως ο Μάρτιν Σκορτσέζε, ο Τζιμ Τζάρμους και πολλοί άλλοι) όταν άκουσε για πρώτη φορά το όνομα του Μανώλη Γλέζου. Ήταν όταν μια καθηγήτριά του στην σχολή διάβασε ένα άρθρο στους Νew York Times που διηγούνταν ότι ο Γλέζος είχε γίνει Ευρωβουλευτής σε ηλικία 92 ετών, και ρώτησε τον Χατζηπατέρα εάν γνώριζε τον αειθαλή πολιτικό άνδρα.

Με την περιέργεια του κεντρισμένη, έψαξε στο διαδίκτυο, τηλεφώνησε σε συγγενείς στην Αθήνα να μάθει περισσότερα, και άρχισε να έρχεται σε επαφή με τον Μανώλη Γλέζο για να κάνει μια ταινία με θέμα τον ίδιο. Με τα «σπαστά» ελληνικά του και την απόστασή του από την Ελληνική μικροπολιτική πραγματικότητα, ο Χατζηπατέρας ενδιαφέρεται να εντοπίσει την ουσία του Μανώλη Γλέζου. Ακολουθώντας τον Γλέζο από το σπίτι στο γραφείο του, στο ασταμάτητο, πυρετώδες καθημερινό του πρόγραμμα, αλλά και στο ταξίδι του στην Ευρωβουλή, αποκαλύπτει έναν άνθρωπο που τυγχάνει συγκινητικής αποδοχής όπου και αν βρεθεί, και που η ιστορία του είναι η σύγχρονη ιστορία της χώρας του.

Έτσι, εν μέσω αστεϊσμών, επιπλήξεων και συμβουλών, το συνεργείο αναλαμβάνει ενεργό δράση πίσω από την κάμερα, προσπαθώντας πάση θυσία να αποκαλύψει τον Μανώλη Γλέζο, τον άνθρωπο που κρύβεται πίσω από το μύθο.

 

 

Ταξιδεύοντας με τον Μίκη

Σύνοψη: Από το γεμάτο εναλλαγή ιστορικό και ακατέργαστο οπτικό υλικό των περίπου 600 ωρών που γύρισε σε διάστημα 30 ετών, ο Αστέρης Κούτουλας συμπυκνώνει μέσα σε μιάμιση ώρα στιγμές που παρουσιάζουν την αυθεντική εικόνα του «πνευματικού αναρχικού» Μίκη Θεοδωράκη. Ο δημιουργός παντρεύει στην ταινία του πολλές προσωπικές στιγμές του καλλιτέχνη με ιστορικό υλικό, πλάνα τεκμηρίωσης με μυθοπλασία και τη μουσική του Θεοδωράκη με τον αντίκτυπό της σε νέους καλλιτέχνες της κλασικής μουσικής, της τζαζ, της electro ή της rap. Μια ταινία-δοκίμιο, που δεν ακολουθεί μια χρονολογική σειρά, αλλά παρουσιάζεται σε μια ιδιόμορφη χρονική μίξη επιτρέποντας στον θεατή να ζήσει συναρπαστικές, εύθυμες, μυστηριώδεις, αλλά και πολύ χαρακτηριστικές στιγμές από την «on the road» ζωή ενός μοναδικού και χαρισματικού καλλιτέχνη. Στο παράλληλο σύμπαν της ταινίας –εμπνευσμένης από τη μυθιστορηματική αυτοβιογραφία του Μίκη Θεοδωράκη– οι σκέψεις γίνονται εικόνα, προβληματισμοί, πίνακες μιας αγνής θεότητας, μιας ερωτικής ιερότητας, μιας μυστηριακής αγάπης.

 

 

Ο Γκρινιάρης (Here Comes the Grump)

Ένα νεαρό αγόρι, ο Τέρι, βρίσκεται ξαφνικά στον πολύχρωμο κόσμο του Γκρούβιναμ. Εκεί, ο δόλιος μάγος Γκρινιάρης έχει ρίξει ολόγυρα το ξόρκι του, και το το γέλιο ανήκει στο παρελθόν. Ο Τέρι πρέπει να ταξιδέψει σε όλο το βασίλειο για να βρει ένα νέο ξόρκι που θα επαναφέρει τη χαρά σε όλους. Πρέπει επίσης να βοηθήσει την πριγκίπισσα Αυγή, να ξεπεράσει σε πονηριά όλα τα παράξενα και καταπληκτικά πλάσματα που θα συναντήσει στο διάβα του και να προσπαθήσει να αποδεχτεί αυτό το μικρό πράγμα που ονομάζεται «αλλαγή».

 

 

Πηγή: newsmag.gr